ἑτεροζυγία

ἑτερο-ζῠγία, ,
A inclination to one side, of the balance, Sch.Luc.Lex.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροζυγία — η (ΑΜ ἑτεροζυγία) [ετερόζυγος] (κυρίως για πλάστιγγες) η κλίση, η ροπή προς το ένα από τα δύο μέρη (α. «κρούσασαι [αἱ πλάστιγγες] ἀνὰ μέρος ἑκατέρα κατὰ τὴν ἑτεροζυγίαν» β. «ἑτεροζυγία τῆς διανοίας») …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροζυγίαν — ἑτεροζυγίᾱν , ἑτεροζυγία inclination to one side fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.